Η επίδρασή του στην εξέλιξη της τζαζ θεωρείται πολύ σημαντική, ενώ συνέβαλε καθοριστικά, μαζί …..

Αποτέλεσμα εικόνας για Charlie Parker

Charlie Parker Jr., υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αφροαμερικανούς μουσικούς της τζαζ, συνθέτης και άλτο σαξοφωνίστας. Η επίδρασή του στην εξέλιξη της τζαζ θεωρείται πολύ σημαντική, ενώ συνέβαλε καθοριστικά, μαζί με τον Ντίζι Γκιλέσπι, στη διαμόρφωση του μπίμποπ κατά τη δεκαετία του 1940. Συχνά αναφέρεται και με το ψευδώνυμο Bird ή Yardbird, το οποίο απέκτησε στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του και διατήρησε μέχρι το τέλος της.

Ο Charlie Parker Jr. γεννήθηκε στις  29 Αυγούστου το 1920, στην πόλη του Κάνσας, που αποτελούσε την εποχή εκείνη σημαντικό κέντρο της αφροαμερικανικής μουσικής. Ήταν γιος του Τσαρλς Πάρκερ και της Άντι Μπέιλι. Για τον πατέρα του γνωρίζουμε πως εργάστηκε κατά διαστήματα ως σερβιτόρος σε ξενοδοχεία και τραίνα, ενώ θεωρείται πιθανό πως είχε στοιχειώδεις γνώσεις μουσικής. Κατά τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του, ο Πάρκερ δεν έδειξε να διαθέτει κάποια ιδιαίτερη κλίση στη μουσική, πάνω στην οποία έλαβε τα πρώτα μαθήματα κατά τη φοίτησή του στο δημόσιο σχολείο. Ξεκίνησε να μαθαίνει σαξόφωνο, σε ηλικία έντεκα ετών, ενώ αργότερα, αποτέλεσε μέλος της σχολικής ορχήστρας, πριν εγκαταλείψει το σχολείο, το 1935. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κατάφερε να εξελιχθεί σε επιδέξιο σαξοφωνίστα, και να μετατραπεί σε επαγγελματία μουσικό.

Μέχρι το 1939, εργάστηκε ως μουσικός σε διάφορα τοπικά τζαζ συγκροτήματα, διαμορφώνοντας το προσωπικό του ύφος. Περίπου το 1940, έγινε μέλος της ορχήστρας του πιανίστα Jay McShann, με την οποία περιόδευσε για πρώτη φορά, σε νυχτερινά μουσικά κέντρα στις νοτιοδυτικές πολιτείες αλλά και συμμετείχε σε ηχογράφηση. Την ίδια περίοδο, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ορχήστραςτου MacShann, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, που αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της τζαζ μουσικής. Συμμετείχε σε συναυλίες και πραγματοποίησε διάφορες εμφανίσεις σε μουσικά κέντρα. Το 1942 έγινε μέλος της ορχήστρας του Ερλ Χάινς, όπου παρέμεινε για οκτώ μήνες. Στο διάστημα αυτό, συνεργάστηκε με τον Ντίζι Γκιλέσπι και άρχισε να διαμορφώνει το ύφος του μπίμποπ.

Αρχικά, το νέο είδος του μπίμποπ δεν έγινε ευρέως αποδεκτό, στηρίχθηκε ωστόσο από σημαντικούς μουσικούς όπως ο Κόλμαν Χώκινς και ο Μπένι Γκούντμαν. Η πρώτη ηχογράφηση του Πάρκερ, που εισήγαγε το νέο είδος σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, έγινε το Σεπτέμβριο του 1944. Έχοντας αποκτήσει μεγαλύτερη φήμη, το 1945, ηγήθηκε της πρώτης προσωπικής του ορχήστρας, συνεργαζόμενος παράλληλα και με τον Ντίζι Γκιλέσπι στα πλαίσια άλλων μουσικών συνόλων. Μαζί πραγματοποίησαν επιπλέον, μία σειρά εμφανίσεων στο Hollywood, συνολικής διάρκειας έξι εβδομάδων. Ο Πάρκερ συνέχισε να εμφανίζεται σε κέντρα του Λος Άντζελες μέχρι τις 29 Ιουνίου του 1946, ημερομηνία κατά την οποία χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, λόγω νευρικής κατάρρευσης και του εθισμού του, στην ηρωίνη και το αλκοόλ.

Η παραμονή του στο νοσοκομείο διήρκεσε έξι μήνες και στη συνέχεια επανήλθε στα μουσικά δρώμενα, αρχικά στο Λος Άντζελες και αργότερα στη Νέα Υόρκη, όπου επέστρεψε τον Απρίλιο του 1947. Η επόμενη περίοδος υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική. Μαζί με τους Μάιλς ΝτέηβιςΝτιουκ ΤζόρντανΤόμι Πόττερ και Μαξ Ρόουτς, σχημάτισε ένα κουιντέτο, με το οποίο ηχογράφησε αρκετές από τις δημοφιλέστερες συνθέσεις του. Περιόδευσε επίσης στην Ευρώπη (1949 και 1950) με αρκετά μεγάλη επιτυχία.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, σε κακή οικονομική κατάσταση και με προβλήματα υγείας εξαιτίας των καταχρήσεων ουσιών, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει δύο φορές (1954), ενώ εισήχθη και στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Bellevue της Νέας Υόρκης. Η τελευταία δημόσια εμφάνισή του έγινε στις 5 Μαρτίου του 1955, στο κέντρο Birdland (όνομα που δόθηκε προς τιμήν του). Πέθανε επτά ημέρες αργότερα, σε ηλικία 34 ετών, στο Μανχάτταν, από πνευμονία.