Ο Βρετανος μουσικος, τραγουδιστης και τραγουδοποιος Paul Weller (John William Weller) γεννηθηκε στο Γουοκιν της Αγγλιας …..

Αποτέλεσμα εικόνας για Paul Weller

Το 1958 σαν σήμερα 25 Μαίου ο Βρετανος μουσικός, τραγουδιστής και τραγουδοποιός Paul Weller (John William Weller) γεννηθηκε στο Γουοκιν της Αγγλιας.

Τι απέμεινε στην αγγλική μουσική σκηνή εκτός από τις σπουδαίες αναμνήσεις από την περίοδο του πανκ και του «νέου κύματος»; Ελάχιστοι μουσικοί κατόρθωσαν να βρουν τον τρόπο να συνεχίσουν κάνοντας κάτι ενδιαφέρον και ο Πολ Γουέλερ είναι μία από τις εξέχουσες περιπτώσεις. Σχεδόν 30 χρόνια (από το 1973) γράφει τη δική του ιστορία στην αγγλική μουσική πραγματικότητα, αρχικά με τους Jam, στη συνέχεια με τους Style Council και τα τελευταία χρόνια ακολουθώντας σόλο καριέρα.

Καθεμιά από τις τρεις περιόδους φωτίζει και μία άλλη μουσική πλευρά του Γουέλερ και είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους αυτές οι πλευρές που νομίζεις ότι προέρχονται από διαφορετικό άνθρωπο.

Προτού ξεσπάσει το πανκ οι Jam είχαν ήδη ξεκινήσει βασισμένοι στο καθαρόαιμο ροκ-εν-ρολ και εμπνεόμενοι από το rythm & blues, τον Chuck Berry και τους Who. Παρ’ ότι έγιναν αποδεκτοί από την αγγλική πανκ κοινότητα, έχουν να κάνουν περισσότερο με το «νέο κύμα» που ευδοκίμησε την ίδια εποχή. Ο πατέρας του Πολ Γουέλερ ήταν πρώην μποξέρ, αποδείχθηκε όμως και καλός μάνατζερ του συγκροτήματος που βασίστηκε σε συμμαθητές του γιου του, όλοι όμως ήξεραν ποιος είναι ο αρχηγός. Οπως έχει δηλώσει χαρακτηριστικά ο μπασίστας του συγκροτήματος Bruse Foxton, «υπήρχαν σαφώς τρεις άνθρωποι στους Jam και σίγουρα οι δύο από αυτούς δεν ήταν Πολ Γουέλερ».

Γρήγορα στην Αγγλία γνώρισαν επιτυχία επαναφέροντας στο προσκήνιο και το θέμα του στυλ για να γίνουν «το πιο κομψό πανκ γκρουπ» και για να συνδεθεί οριστικά ο Πολ Γουέλερ με το mod κίνημα της δεκαετίας του ’60, ως ο σύγχρονος εκφραστής του.

Η καθαρόαιμη αγγλική ιδιοσυγκρασία του γκρουπ δεν τους επέτρεψε να γνωρίσουν επιτυχία στις ΗΠΑ, παρ’ ότι το 1978 έκαναν περιοδεία στη χώρα ως σαπόρτ συγκρότημα στους Blue Oyster Cult, εμφανιζόμενοι σε χώρους των 20.000 ατόμων. Οι μεγάλες επιτυχίες ήρθαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στα πρώτα χρόνια της επομένης με αρκετά σινγκλάκια στο Νο. 1 και με τα πρώτα φλερτ του Γουέλερ με τη μαύρη μουσική.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1982 δίνουν την τελευταία συναυλία τους στο Brighton Centre έχοντας αφήσει ήδη ανεξίτηλο σημάδι στην αγγλική μουσική σκηνή αυτής της (σημαντικής) περιόδου, ενώ παραμένουν ακόμη και σήμερα ένα συγκρότημα που συνεχίζει να εμπνέει. Την επόμενη χρονιά ο Πολ Γουέλερ αλλάζει πρόσωπο υιοθετώντας την άποψη «το στυλ για το στυλ».

Οι Style Council ξεκινάνε το 1983 και θα δράσουν μουσικά για πέντε χρόνια βασισμένοι στην αντίληψη των λευκών για τη σόουλ μουσική και σε αυτό που ο Ντέιβιντ Μπάουι έχει ονομάσει «λευκή πλαστική σόουλ». Η εμφάνιση και εδώ παίζει πρωτεύοντα ρόλο, μόνο που οι στενές μαύρες γραβάτες, τα λευκά φαρδιά πουκάμισα και τα μαύρα κοστούμια με τα στενά παντελόνια αντικαθίστανται από κασμιρένια παλτά, μοδάτα κοστούμια από γνωστούς μοδίστρους και γενικά ένα στυλ που θύμιζε αρκετά καλοντυμένους γιάπηδες.

Η προσκόλλησή τους όμως στο «κομψό στυλ» τούς οδηγεί σταδιακά σε μουσική για dinner party και έτσι διαλύονται το 1989 για να ξεκινήσει πια η προσωπική καριέρα του Πολ Γουέλερ.

Για την περίοδο των Style Council θυμάται: «Αντί να παίζουμε με τα όργανά μας στο στούντιο, περνάγαμε περισσότερη ώρα στο control room παίζοντας με τα κουμπιά και σίγουρα υπήρχε πολύ εγώ και πολλή έπαρση την εποχή εκείνη». Αύριο είναι η ημέρα της επίσημης κυκλοφορίας του καινούργιου δίσκου του στην Αγγλία, που είναι ο πέμπτος κατά σειρά και έχει τον (ελληνοπρεπή) τίτλο «Heliocentric». Προηγήθηκαν τρία χρόνια σιωπής από το «Heavy Soul» του 1997 γιατί «ήθελα να γράψω τραγούδια την κατάλληλη στιγμή, όταν θα βρισκόμουν σε περίοδο θετικής σκέψης. Μου είναι πιο εύκολο να γράφω όταν είμαι χάλια αλλά ήθελα κάτι παραπάνω από αυτό». Στην προσωπική του καριέρα ο Πολ Γουέλερ ακολούθησε έναν νέο μουσικό δρόμο βασισμένο στη rythm & blues πλευρά της μαύρης μουσικής, από την οποία ούτως ή άλλως έχει δεχθεί πολλές επιδράσεις.

Η μεγάλη αγγλική παράδοση στα blues, που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’60 με τον Alexis Corner και τον John Mayall, έχει τροφοδοτήσει με έμπνευση και υλικό πολλούς μουσικούς και ο Πολ Γουέλερ έχει δεχθεί ισχυρές επιδράσεις και αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στον νέο δίσκο του, που παραπέμπει στο μουσικό πλαίσιο που κινείται ο Van Morrison.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που συνεργάζεται στην ενορχήστρωση (12 έγχορδα και έξι πνευστά) με τον Robert Kirby, ο οποίος στο παρελθόν είχε κάνει την ίδια δουλειά για τον θρυλικό Nick Drake.

Ο δίσκος περιλαμβάνει 10 τραγούδια στα οποία ο Γουέλερ παίζει κιθάρα και παντός είδους πλήκτρα, το πάλαι ποτέ παιδί-θαύμα, o Steve White, βρίσκεται πίσω από τα τύμπανα (όπως και την περίοδο των Style Council), στο μπάσο είναι ο Damon Minchella και στις κιθάρες (ακουστική και ηλεκτρική) ο Steve Cradock.

Δύο-τρία τραγούδια φλερτάρουν με τη φολκ παράδοση, κυρίαρχα στοιχεία όμως του άλμπουμ είναι ο ροκ ηλεκτρισμός και οι ενορχηστρώσεις του Kirby που κάνουν και τη διαφορά από τις προηγούμενες δουλειές του μουσικού. Βέβαια δεν είναι ολόκληρος ο δίσκος «Heliocentric», παντού όμως εισβάλλει το φως και τον μετατρέπει στην πιο αισιόδοξη και θετική δουλειά του Πολ Γουέλερ, με έμφαση στις λεπτομέρειες. Σημειώνω τα τραγούδια: «He’s the Keeper», «Sweet Pea, my sweet Pea», «There is no drinking, after you ‘re dead» και «Picking up Sticks».

Ο Πολ Γουέλερ κάνει ακόμη ένα σταθερό βήμα στην καθιέρωσή του ως ενός από τους πιο σπουδαίους μουσικούς στη μεταπάνκ περίοδο της αγγλικής σκηνής.