Ο John Barry, ήταν Άγγλος συνθέτης ιρλανδικής καταγωγής, διάσημος για ….

Αποτέλεσμα εικόνας για John Barry

Ο John Barry Prendergast, ήταν Άγγλος συνθέτης ιρλανδικής καταγωγής, διάσημος για την ορχηστρική μουσική επένδυση κινηματογραφικών ταινιών. Βραβεύτηκε 5 φορές με το Όσκαρ καλύτερης πρωτότυπης μουσικής για τις ταινίες Γεννημένη ελεύθερη (1966, 2 Όσκαρ, επένδυσης και τραγουδιού), Το λιοντάρι του χειμώνα (1968), Πέρα από την Αφρική (1985), και Χορεύοντας με τους λύκους (1990), και πέρα από τις βραβεύσεις αυτά είχε πλήθος άλλων διακρίσεων σε Γκράμι, Έμμυ, Χρυσές Σφαίρες, και BAFTA. Η μουσική του διακρινόταν για το ξεχωριστό της ύφος το οποίο είχε επιρροές από τους Ρώσους ρομαντικούς συνθέτες, και συχνά δημιουργούσε παραλλαγές των μουσικών θεμάτων του ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων στις σκηνές των ταινιών την μουσική των οποίων συνέθετε.Υπήρξε επίσης γνωστός ως ο δημιουργός της μουσικής για 11 ταινίες της σειράς Τζέιμς Μποντ, και της χαρακτηριστικής μουσικής ακολουθίας του Μποντ. Η σταδιοδρομία του διήρκεσε πάνω από 50 έτη, και το 1999 του απονεμήθηκε τιμητικός τίτλος (OBE, Αξιωματικός του Τάγματος Βρετανικής Αυτοκρατορίας) από την βασίλισσα Ελισάβετ Β´ για τις υπηρεσίες του στην μουσική. Έμενε στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1975 και έζησε εκεί για το υπόλοιπο της ζωής του, έως τον θάνατο του το 2011.

Γεννήθηκε στο Γιορκ του Γιορκσάιρ στην βόρεια Αγγλία στις 3 Νοεμβρίου 1933. Ο πατέρας του ήταν Ιρλανδός και εργάζονταν αρχικά ως υπάλληλος προβολής ταινιών κατά την εποχή του βωβού κινηματογράφου, και κατόπιν έφτασε να διαθέτει δική του αλυσίδα κινηματογράφων στην βόρεια Αγγλία, ενώ η Αγγλίδα μητέρα του ήταν πιανίστρια. Υπό τις συνθήκες αυτές ο Μπάρι πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας στον κινηματογράφο κάτι που ο ίδιος δήλωσε αργότερα πως επηρέασε τις μουσικές προτιμήσεις και ενδιαφέροντα του. Έλαβε την εκπαίδευση του σε σχολείο του Γιόρκ, καθώς και μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου στην τοπική εκκλησία.

Υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία στην Κύπρο όπου είχε καθήκοντα σαλπιγκτή. Μετά τον στρατό παρακολούθησε μουσικά μαθήματα δι’αλληλογραφίας, και άρχισε να εργάζεται ως βοηθός σε ορχήστρα. Το 1957 ίδρυσε το δικό του μουσικό συγκρότημα με τίτλο John Barry Seven, με το οποίο κατάφερε να συνάψει συμβόλαιο με την δισκογραφική εταιρεία Columbia και να σημειώσει κάποιες επιτυχίες, όπως το Hit and Miss για εκπομπή του BBC και διάφορες εκτελέσεις παραλλαγών γνωστών συνθέσεων όπως το Magnificent Seven. Από το 1959 έως το 1962, καθιερωνόταν όλο και περισσότερο και αναλάμβανε περισσότερα έργα μουσικής επένδυσης. Η πρώτη κινηματογραφική ταινία για την οποία δημιούργησε την μουσική επένδυση ήταν το Beat Girl το 1960 όπου ο Μπάρι ανέλαβε την σύνθεση και διεύθυνση της εκτέλεσης, με την μουσική αυτή επένδυση αργότερα να κυκλοφορεί σε δικό της άλμπουμ στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή.

Ακολούθησαν διάφορες άλλες επιτυχημένες συνεργασίες και μουσικές επενδύσεις, κάτι που τράβηξε την προσοχή των παραγωγών του Τζέιμς Μποντ για την πρώτη ταινία της σειράς, το Δόκτωρ Νο το 1962. Ο Μπάρι προσλήφθηκε και έγινε διάσημος μέσω της χαρακτηριστικής μουσικής ακολουθίας του Τζέιμς Μποντ, αν και η πατρότητα διεκδικήθηκε δικαστικά και κερδήθηκε στα βρετανικά δικαστήρια από τον συνθέτη Μόντυ Νόρμαν τον οποίο ο Μπάρι κλήθηκε να αντικαταστήσει στην ταινία. Ο Μπάρι ανέφερε πως του είχε δοθεί ένα μουσικό χειρόγραφο από τον Νόρμαν, το οποίο μόλις το πήρε ανέλαβε να το διαμορφώσει στην τελική μορφή του ως την μουσική επένδυση του Τζέιμς Μποντ, και πως κατά την εποχή εκείνη είχε συμφωνήσει για το ποσό των 250 λιρών ο Νόρμαν να διατηρήσει τα δικαιώματα στην σύνθεση χωρίς να επιμείνει να τα διατηρήσει ο ίδιος και αποφεύγοντας τις προστριβές και την πιθανή ζημίωση της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας.Εξακολούθησε για πολλά χρόνια αργότερα να υπερασπίζεται το ότι ήταν ο ίδιος που δημιούργησε τον ήχο του Μποντ.

Το 1963 έκανε την επένδυση για την 2η ταινία Τζέιμς Μποντ, Από την Ρωσία με αγάπη, το 1964 για το Ζουλού (1964), και το ίδιος έτος και για την 3η ταινία του Μποντ, Πράκτωρ 007 εναντίον Χρυσοδάκτυλου, όπου τελειοποίησε το μουσικό ύφος του Μποντ. Η διεθνής καταξίωση του όμως, ξεκίνησε με τα 2 βραβεία Όσκαρ που έλαβε για το Γεννημένη ελεύθερη (Born Free) το 1966, για καλύτερη μουσική επένδυση και καλύτερο τραγούδι. Ξανατιμήθηκε με Όσκαρ το 1968 για καλύτερη μουσική επένδυση για το Το λιοντάρι στον χειμώνα (The Lion in Winter), Γκράμι το 1969 για τον Καουμπόι του μεσονυχτίου (Midnight Cowboy), και υποψηφιότητα Όσκαρ το 1971 για το Μαρία Στιούαρτ, Βασίλισσα της Σκωτίας (Mary, Queen of Scots). Κατά τα επόμενα χρόνια είχε πλήθος διακρίσεων και συνεργασιών, κερδίζοντας διάφορες άλλες βραβεύσεις, καθώς ο ξεχωριστός του ήχος ήταν εξαιρετικά δημοφιλής, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε τις ταινίες με την μουσική επένδυση του ώστε να βρει ατέλειες στην τελική παραγωγή.

Το δεύτερο κύμα διακρίσεων του στα βραβεία Όσκαρ ήρθε αρχικά με την επένδυση στην ταινία Πέρα από την Αφρική το 1985, το Χορεύοντας με τους λύκους το 1990, και την υποψηφιότητα για το Τσάπλιν το 1992. Συνέχισε να παράγει μουσική επένδυση για κινηματογραφικά έργα κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Η τελευταία του μουσική επένδυση ήταν στην ταινία Κωδικός: Enigma το 2001, και το ίδιο έτος ηχογράφησε το τελευταίο του άλμπουμ με τίτλο Eternal Echoes. Μετέπειτα ασχολήθηκε κυρίως με ζωντανές εμφανίσεις.

Παντρεύτηκε τέσσερις φορές, και μετά από τα 3 διαζύγια του, ξαναπαντρεύτηκε το 1978 με την τέταρτη σύζυγο του, Λώρι, μένοντας μαζί έως τον θάνατο του το 2011. Απέκτησε μαζί της έναν γιό, ενώ είχε ήδη 2 κόρες από τους 2 πρώτους γάμους του, και 1 κόρη από σχέση μεταξύ του διαζυγίου των 2 πρώτων γάμων του.Το 1975 μετακόμισε στην Καλιφόρνια και παρέμεινε εκεί. Αργότερα κατηγορήθηκε από Βρετανό δικαστή πως το έκανε για να αποφύγει την βρετανική φορολογία βάσει της οποίας θα έπρεπε να πληρώσει 134.000 λίρες Αγγλίας, το ζήτημα ωστόσο διευθετήθηκε και στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Μπάρι κατάφερε να ταξιδέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μετέπειτα μετακόμισε στην Νέα Υόρκη πίσω στις ΗΠΑ.

Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 30 Ιανουαρίου του 2011 στο σπίτι του στο Oyster Bay της Νέας Υόρκης, σε ηλικία 77 ετών.Στις 20 Ιουνίου του 2011 τελέστηκε αναμνηστική συναυλία προς τιμή του με εκτέλεση των γνωστότερων συνθέσεων του από την Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου στο Royal Albert Hall, και παρουσία πολλών παλαιών συνεργατών του και προσωπικοτήτων της μουσικής βρετανικής σκηνής.