Υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική μουσική, όπως και στα είδη της Ambient και New Age μουσικής, και είναι γνωστός ως οργανωτής υπαίθριων ….

Αποτέλεσμα εικόνας για Jean-Michel Jarre

Ο Jean Michel André Jarre, γεννημένος στις 24 Αυγούστου 1948, είναι Γάλλος συνθέτης, μουσικός, περφόρμερ και μουσικός παραγωγός. Υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική μουσική, όπως και στα είδη της Ambient και New Age μουσικής, και είναι γνωστός ως οργανωτής υπαίθριων θεαμάτων που συνοδεύουν τη μουσική του, με φωτισμούς λέιζερ και πυροτεχνήματα.

Η πρώτη του επιτυχία ήταν το άλμπουμ του 1976 Oxygène. Ηχογραφημένο σε ένα αυτοσχέδιο στούντιο στο σπίτι του, πούλησε περί τα 12 εκατομμύρια αντίτυπα. Ακολούθησε το 1978 το Équinoxe (= «Ισημερία»), και το επόμενο έτος ο Ζαρ έδωσε συναυλία σε πάνω από ένα εκατομμύριο ακροατές στην Πλας ντε λα Κονκόρντ του Παρισιού, ένα ρεκόρ που έχει από τότε καταρρίψει τρεις φορές. Αρκετά από τα άλμπουμ του έχουν κυκλοφορήσει ταυτόχρονα με την πραγματοποίηση μεγάλων υπαίθριων events. Ο Ζαν Μισέλ Ζαρ υπήρξε ο πρώτος δυτικός μουσικός στον οποίο επιτράπηκε να πραγματοποιήσει συναυλίες στη Λαϊκή Κίνα (από όπου προέκυψαν τα «Κοντσέρτα της Κίνας»), ενώ κατέχει και το παγκόσμιο ρεκόρ για το μεγαλύτερο ακροατήριο σε υπαίθρια εκδήλωση. Καθώς φαίνεται και από τίτλους των άλμπουμ και κομματιών του, εμπνέεται αρκετά από τις φυσικές επιστήμες.

Ο Ζαν Μισέλ Ζαρ γεννήθηκε στη Λυών. Ο πατέρας του ήταν ο γνωστός (κυρίως για τη δουλειά του στον κινηματογράφο) μουσικοσυνθέτης Μωρίς Ζαρ και η μητέρα του η αντιστασιακή και επιζήσασα από στρατόπεδο συγκέντρωσης Φρανς Πεζό (France Pejot). Ο πατέρας του μετακόμισε στις ΗΠΑ όταν ο Ζαν Μισέλ ήταν 5 ετών, αφήνοντάς τον με τη μητέρα του. Οι δυο τους δεν ξανασυναντήθηκαν μέχρι που ο Ζαν Μισέλ έγινε 18 ετών. Τα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του περνούσε έξι μήνες κάθε χρόνο στο διαμέρισμα του παππού και της γιαγιάς του στο Perrache της Λυών. Ο παππούς του Ζαν Μισέλ έπαιζε όμποε, ενώ ήταν και μηχανικός και εφευρέτης, καθώς είχε σχεδιάσει έναν πρωτότυπο μίκτη ήχου που χρησιμοποιήθηκε στον ραδιοφωνικό σταθμό της Λυών (Radio Lyon). Δώρισε στον εγγονό του το πρώτο του γραμμόφωνο. Ψηλά από το μπαλκόνι του ο νέος μπορούσε να βλέπει καλλιτέχνες του δρόμου στη δουλειά τους, μία εμπειρία που αργότερα δήλωσε ότι είχε επίδραση στην τέχνη του.

Ο Ζαρ δυσκολεύθηκε με τις σπουδές του στο κλασικό πιάνο. Ταυτόχρονα, ένα γενικότερο ενδιαφέρον για τα μουσικά όργανα του δημιουργήθηκε καθώς συχνά συνόδευε τη μητέρα του στο τζαζ κλαμπ Le Chat Qui Pêche (= «Η γάτα που ψαρεύει»), στο Παρίσι, όπου οι σαξοφωνίστες `Αρτσι Σεπ και Τζον Κολτρέιν, καθώς και οι τρομπετίστες Ντον Τσέρρυ και Τσετ Μπέικερ ήταν τακτικοί εκτελεστές. Αυτές οι πρώτες εμπειρίες από την τζαζ του εμφύσησαν την ιδέα πως η μουσική μπορεί να είναι «περιγραφική χωρίς στίχους». Επηρεάσθηκε επίσης από το έργο του Γάλλου καλλιτέχνη Πιερ Σουλάζ, από μία έκθεσή του στο Παρίσι. Οι ζωγραφιές του Σουλάζ είχαν πολλαπλά στρώματα χρώματος και ο Ζαρ αναγνώρισε ότι με τη σύγχρονη τεχνολογία «για πρώτη φορά στη μουσική μπορούσες να ενεργήσεις ως ζωγράφος με τις συχνότητες και τους ήχους». Αλλά και η παλαιότερη μουσική άσκησε επίδραση επάνω του: σε μία συνέντευξή του το 2004 μίλησε για την επίδραση μιας εκτελέσεως της Ιεροτελεστίας της `Ανοιξης (1913) του Στραβίνσκι:

«Υπήρξε ένα τεράστιο σοκ… …Αμέσως μετά άκουσα το Georgia on My Mind του Ρέι Τσαρλς και συνειδητοποίησα πως η μουσική μπορεί να μιλήσει απευθείας στα σπλάγχνα σου… …Δεν υπήρχε διανοητική διαδικασία και αυτό ήταν υπέροχο.»

Σε νεαρή ηλικία ο Ζαρ έβγαζε χρήματα από τη ζωγραφική, εκθέτοντας κάποια έργα του στην Πινακοθήκη της Λυών, και παίζοντας σε μια μπάντα με την ονομασία Mystère IV. Ενώ ακόμα φοιτούσε στο Λύκειο Michelet, η μητέρα του φρόντισε για τις μουσικές σπουδές του: κανόνισε να πάρει μαθήματα στην αρμονία, την αντίστιξη και τη φούγκα με τη Jeannine Rueff του Ωδείου των Παρισίων (Conservatoire de Paris). Το 1967 έπαιζε κιθάρα στη μπάντα The Dustbins. Προέβαινε στην ανάμιξη οργάνων όπως η ηλεκτρική κιθάρα και το φλάουτο με άλλους ήχους. Περισσότεροι πειραματισμοί ακολούθησαν το 1968, όταν άρχισε να χρησιμοποιεί ραδιόφωνα και άλλες συσκευές, αλλά πιο καθοριστική υπήρξε η ένταξή του το 1969 στην «Ομάδα Μουσικών Ερευνών» (Groupe de Recherches musicales, GRM), τότε υπό τη διεύθυνση του Πιερ Σεφέρ. Ο Ζαρ γνώρισε το modular συνθεσάιζερ του Moog και πέρασε καιρό εργαζόμενος στο στούντιο του σημαντικού Γερμανού συνθέτη Στοκχάουζεν στην Κολωνία[9][10].

Στην κουζίνα του διαμερίσματός του στη Rue de la Trémoille στο Παρίσι, κοντά στα Ηλύσια, ο Ζαρ έστησε ένα μικρό στούντιο για ηχογραφήσεις, με το πρώτο του συνθεσάιζερ, ένα EMS VCS 3, και ένα EMS Synthi AKS, συνδεδεμένα με μαγνητόφωνα. Για μία έκθεση το 1969 στη Ρενς ο Ζαρ έγραψε το πεντάλεπτο τραγούδι “Happiness Is a Sad Song”, αλλά η πρώτη του εμπορική κυκλοφορία έγινε την ίδια χρονιά με ένα άλλο κομμάτι, το La Cage, ένα μίγμα αρμονίας, εφέ μαγνητοταινίας και συνθεσάιζερ.

Το 1971 ο Ζαρ δέχθηκε μία παραγγελία από τον χορογράφο Νόρμπερτ Σμούκι (Norbert Schmucki) για ένα μπαλέτο, το AOR, στο Παλαί Γκαρνιέ. Συνέθεσε και άλλη μουσική για μπαλέτο, θέατρο, διαφημίσεις και τηλεοπτικές εκπομπές, όπως και μουσική και στίχους για καλλιτέχνες όπως οι Πατρίκ Ζυβέ και Κριστόφ. Το 1972 ο Ζαρ έγραψε τη μουσική για την ταινία Les Granges Brûlées με τους Αλαίν Ντελόν και Σιμόν Σινιορέ, και για το Διεθνές Φεστιβάλ Μαγείας. Το ίδιο έτος κυκλοφόρησε και το πρώτο του σόλο άλμπουμ, το Deserted Palace. Το 1973–74 έγραψε μουσική για τη Françoise Hardy και τον Ζεράρ Λενορμάν, ενώ σκηνοθέτησε και την παράσταση του Κριστόφ στο «Ολυμπιά».

Το χαμηλού κόστους άλμπουμ Oxygène, το 1976, ηχογραφημένο στο στούντιο του σπιτιού του, έκανε τον Ζαρ διεθνώς γνωστό. Αποτελείται από έξι αριθμημένα κομμάτια συνθεσάιζερ που χρησιμοποιούν πολύ τη μελωδία αντί του ρυθμού. Η ηχώ χρησιμοποιήθηκε ελεύθερα σε διάφορα ηχητικά εφέ που δημιουργήθηκαν με το συνθεσάιζερ VCS3.

Αρχικώς το Oxygène είχε προβλήματα στη διανομή του. Ο Ζαρ απορρίφθηκε από αρκετές δισκογραφικές εταιρείες, μέχρι που μία άλλη μαθήτρια του Σεφέρ, η Ελέν Ντρεϋφύς, έπεισε τον σύζυγό της να το κυκλοφορήσει από την εταιρεία του, την Disques Motors. Ως τον Απρίλιο του 1977 ο δίσκος είχε πουλήσει 70.000 αντίτυπα στη Γαλλία. Ο διευθυντής της Disques Motors Stanislas Witold δήλωνε τότε σε συνέντευξή του: «Κατά μία έννοια στοιχηματίζουμε τα περισσότερα στον Ζαν Μισέλ Ζαρ. Είναι μία εξαίρεση και είμαστε βέβαιοι ότι μέχρι το 1980 θα έχει αναγνωρισθεί παγκοσμίως». Το Oxygène έχει πουλήσει από τότε περί τα 12 εκατομμύρια αντίτυπα, γεγονός που το καθιστά τον γαλλικό δίσκο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών. Επιπλέον, περιέχει το πλέον αναγνωρίσιμο σινγκλ του καλλιτέχνη, το «Oxygène IV», που έφθασε το νο. 4 των σινγκλ στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Το επόμενο άλμπουμ του Ζαρ, το Équinoxe, κυκλοφόρησε το 1978. Δημιουργήθηκε με sequencers και περιέχει μουσική με πιο κλασικό και μπαρόκ ύφος από το Oxygène, με περισσότερη έμφαση στην ανάπτυξη της μελωδίας. Υπήρξε λιγότερο επιτυχημένο εμπορικά από το Oxygène. Ωστόσο, το επόμενο έτος ο Ζαρ έδωσε μία μεγάλη υπαίθρια συναυλία κατά την ημέρα της γαλλικής εθνικής εορτής στην Place de la Concorde του Παρισιού: το δωρεάν υπαίθριο θέαμα και ακρόαμα δημιούργησε ένα νέο παγκόσμιο ρεκόρ για τον μεγαλύτερο αριθμό ακροατών σε υπαίθρια συναυλία, με πάνω από 1 εκατομμύριο παρόντες (και άλλα 100 εκατομμύρια από την τηλεόραση σε ζωντανή μετάδοση). Παρότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ζαρ έδινε συναυλία (είχε προηγηθεί μία στο Μπαλέτο της `Οπερας των Παρισίων), το 40λεπτο αυτό ακρόαμα-πολυθέαμα, που περιελάμβανε προβολές φωτός, εικόνων και πυροτεχνήματα, χρησίμευσε ως οδηγός για τα μελλοντικά κοντσέρτα του Ζαρ. Η δημοφιλία του χρησίμευσε στην απότομη αύξηση των πωλήσεων: άλλες 800.000 δίσκοι πουλήθηκαν μεταξύ της 14ης Ιουλίου και της 31ης Αυγούστου 1979.

Απο εκεί και πέρα είναι λίγο πολύ σ όλους μας γνωστά .

Ο Ζαν Μισέλ Ζαρ έχει νυμφευθεί τρεις φορές. Πρώτα με τη Φλορ Γκυγιάρ (Flore Guillard), στις 20 Ιανουαρίου 1975. Η κόρη τους Εμιλί Σαρλότ έγινε μοντέλο. Το ζεύγος χώρισε το 1977. Σε μία δεξίωση στο Σεν Τροπέ το 1976 ο Ζαρ συνάντησε την πιο διάσημη ίσως από τις τρεις συζύγους του, την Αγγλίδα ηθοποιό Σαρλότ Ράμπλινγκ. Και οι δύο ήταν έγγαμοι, αλλά πήραν διαζύγιο (η Ράμπλινγκ ήταν παντρεμένη με τον Νεοζηλανδό Μπράιαν Σάουθκομπ). Μετά τον γάμο τους ο Ζαρ κράτησε την κηδεμονία της κόρης του Εμιλί Σαρλότ και η Ράμπλινγκ του γιου της Μπάρναμπυ. Μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Ντέιβιντ. Πήραν διαζύγιο το 2002, αλλά ζούσαν χωριστά ήδη από το 1996. Στη συνέχεια ο Ζαρ είχε μία σύντομη σχέση με την Ιζαμπέλ Αντζανί, αλλά τελικά νυμφεύθηκε την Ανν Παριγιώ τον Μάιο 2005. Τον Νοέμβριο 2010 το ζεύγος ανεκοίνωσε το διαζύγιό τους.

Ο ίδιος ο Ζαν Μισέλ Ζαρ έχει μία ετεροθαλή αδελφή, τη Στεφανί, από τους άλλους γάμους του πατέρα του, Μωρίς Ζαρ. Ο ετεροθαλής αδελφός του Κέβιν, σεναριογράφος και ηθοποιός του κινηματογράφου, πέθανε το 2011. Παρότι ο Ζαν Μισέλ ήταν αποξενωμένος με τον πατέρα του, μετά τον θάνατό του το 2009 ο Ζαρ απέτισε φόρο τιμής στη μνήμη του. Είχε δηλώσει σχετικά με τη σχέση του μαζί του:

«Ο πατέρας μου και εγώ ποτέ δεν πετύχαμε μία αληθινή σχέση. Συναντηθήκαμε ίσως 20 ως 25 φορές στη ζωή μας. Κι όταν μπορείς στην ηλικία μου να μετρήσεις τις φορές που έχεις δει τον πατέρα σου, αυτό λέει κάτι… Νομίζω ότι είναι καλύτερα να είσαι κοντά και ας συγκρούεσαι, ή, αν πεθάνει ένας γονέας σου πενθείς, αλλά το αίσθημα της απουσίας είναι πολύ δύσκολο να αναπληρωθεί, και χρειάσθηκα κάποιο χρονικό διάστημα για να το απορροφήσω αυτό.»